Πίσω

 

ΧΟΡΔΟΦΩΝΑ

 

 

Κρητική Λύρα

Κεμανές

Κεμεντζές

Βιολί

Ταμπουράς

Ούτι

Λαούτο

Κανονάκι

Σαντούρι

 

1. Λύρα

 

·         Στοιχεία ιστορικά : Η ανάγκη να κάνουν οι άνθρωποι το μουσικό ήχο που παράγει μια χορδή να διαρκέσει περισσότερο από όσο όταν την χτυπούσαν, εξασφαλίζοντας έτσι τη συνέχεια της μελωδίας, οδήγησε στη χρήση του δοξαριού.

·         Το 1ο εικονογραφικό ντοκουμέντο, 9ος αι. μ.Χ., βρέθηκε στην Κεντρική Ασία[1].

·         Σε λογοτεχνικά κείμενα, οι πρώτες σαφείς αναφορές σε χορδόφωνο όργανο με δοξάρι γίνονται στο έπος του Διγενή Ακρίτα, το οποίο χρονολογείται στα τέλη του 10ου ή στις αρχές του 11ου μ.Χ. αιώνα. "Για δώστε μου τη λύρα μου, το δόλιο μου δοξάρι να θυμηθώ τσ' αγάπης μου σήμερα τηνε χάνω" Διγενής Ακρίτας.

·         Στο τέλος του 10ου αι. και στην ευρύτερη περιοχή της Αν. Μεσογείου, η λύρα καταγράφεται σε μια αναφορά ενός Πέρση (Ibn Khurdadhbich[2]), απεσταλμένου του χαλίφη Al Mutamid, για τα μουσικά όργανα των Βυζαντινών. Αναφέρει και τη lura, ένα ξύλινο όργανο με 5 χορδές, παίζεται με τόξο, όμοιο με το αραβικό rebab. Στη δυτική Ευρώπη, οι παραλλαγές της λύρας rebab φαίνεται πως πέρασαν μέσω Γιβραλτάρ και Ισπανίας και μετασχηματίστηκαν ανάλογα με την περιοχή σε όργανα συγγενικά. Οι τροβαδούροι έχουν τα rebec. Οι Κέλτες τα crowth, οι Σκανδιναβοί και Ισλανδοί την talharpa. Αργότερα, το 12ο αι., οι Γάλλοι θα έχουν το pochette (το όνομα οφείλεται στο μέγεθός του, οπότε και οι χοροδιδάσκαλοι μπορούσαν να το κουβαλούν στις τσέπες τους)  και οι Άγγλοι το kit. Τελικά, θα εμφανιστούν οι βιέλες και οι βιόλες, από όπου θα προέλθει το βιολί.

·     Σήμερα, η λύρα υπάρχει σε δύο τύπους : α) αχλαδόσχημη (ηπειρώτικη και νησιώτικη Ελλάδα ως τον 11ο αι.) και β) φιαλόσχημη ή κεμεντζές - κεμανές (Πόντου – Καππαδοκίας). Το παίξιμο της χορδής με το νύχι (Κρήτη) και όχι με την ψίχα [3] , καθώς και τα γερακοκούδουνα [4] (κουδουνάκια στο δοξάρι) αποτελούν παλαιότατες τεχνικές που γεφυρώνουν την Ανατολή με τη Δύση.

·        Το κρητικό λυράκι είναι σχεδόν ίδιο με την πολίτικη λύρα. Για την προέλευσή του υπάρχουν οι εξής εκδοχές : α) ήρθε με τους Άραβες κατακτητές τα έτη 823 – 961  μ.Χ. στην Κρήτη και παρέμεινε β) ήρθε από την Πόλη, είτε από το στρατό του Νικηφόρου Φωκά και τους βυζαντινούς, είτε μέσω Δωδεκανήσου ως το 12ο αι. το αργότερο. Σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιο πως, όταν ήλθαν οι Ενετοί το 1211, βρήκαν ήδη τη λύρα στην Κρήτη σε πρωτόγονη βέβαια μορφή, ως λαϊκό όργανο.

 

 

 

Συνδυασμοί οργάνων

 

·        Ζυγιά : συγκρότημα κυρίως της νησιωτικής Ελλάδας, περιλαμβάνει 2 ή 3 όργανα. Το ένα ή τα δύο είναι μελωδικά και το άλλο ρυθμικό.

 

  1. Λύρα - λαούτο : συναντάται κυρίως στην Κρήτη και τα Δωδεκάνησα.
  2. Λύρα - νταούλι : κυρίως στη Βόρειο Ελλάδα, τους πρόσφυγες και την Ανατολική Θράκη. Η ζυγιά αυτή είναι συνδεδεμένη με πανάρχαια έθιμα, όπως π.χ. τα Αναστενάρια.
  3. Λύρα - τουμπάκι : στα νησιά του Αιγαίου και της Ανατολικής Κρήτης.

  Άλλοι συνδυασμοί :

Λύρα - Τσαμπούνα                                           2. Λύρα - Κουδούνια

 

 

2. Κεμανές

 

·        Πρόκειται για τη λύρα των Ελλήνων της Καππαδοκίας και παίζεται με δοξάρι. Έχει 6 χορδές και ισάριθμες συμπαθητικές. Αυτές συντονίζονται με τις κύριες χορδές και πλουτίζουν το ηχόχρωμα του οργάνου. Τα δάχτυλα ακουμπούν τις χορδές με την ψίχα.

·        Στις αρχές του 19ου αι., ο κεμανές ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στις ανώτερες τάξεις και έπαιζαν με αυτόν έντεχνη κυρίως μουσική.

 

 

3. Ποντιακή Λύρα ή Κεμεντζές

 

·        Πρόκειται για τη λύρα των Ελλήνων του Πόντου. Κατασκευάζεται κυρίως από ξύλο δαμασκηνιάς, το «κοκκίμελον». Έχει 3 χορδές και παλαιότερα, κατασκευάζονταν από έντερο ή από μετάξι. Σήμερα, χρησιμοποιούνται μεταλλικές. Αποκαλείται και κεμεντζές ή κεμεντζόπον, που στα τουρκικά σημαίνει βιολάκι.

·        Ο κεμεντζετζής, όταν παίζει μια μελωδία, πατάει με τα ίδια δάχτυλα ταυτόχρονα και τη διπλανή χορδή. Κάτι ανάλογο γίνεται και με το δοξάρι, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια πρωτόγονη πολυφωνία, που χαρακτηρίζει την ποντιακή μουσική[5].

·        Ζυγιά : Κεμεντζές – νταούλι.

   

4. Βιολί

 

·        Στοιχεία ιστορικά. Βλέπε Λύρα. Τον 17ο αι. έχουμε τη μεγάλη ακμή του οργάνου στην Ευρώπη, η οποία ταυτίζεται με τα χρόνια που ζουν δύο μεγάλοι κατασκευαστές, ο Nicolo Amati (1596-1684) και ο Antonio Stradivari (1644-1737). Ο τελευταίος θεωρείται ο σημαντικότερος κατασκευαστής στην ιστορία του οργάνου. Ένας από τους μεγαλύτερους ερμηνευτές και δεξιοτέχνες του βιολιού ήταν ο Ιταλός Nicolo Paganini (1784-1840).

·        Στην Ελλάδα, το βιολί μαρτυρείται το 17ο αι., εκτοπίζοντας σταδιακά τη λύρα[6].

·        Το βιολί έχει 4 μεταλλικές χορδές, ενώ το δοξάρι αποτελείται από τρίχες αλόγου. Οι βιολιστές τρίβουν τακτικά τις τρίχες του δοξαριού με κολοφώνιο (ρετσίνι). Έτσι, πετυχαίνουν καλύτερη πρόσφυση του δοξαριού στις χορδές και βελτιώνεται εντυπωσιακά ο ήχος.

 

 

 

Ζυγιά

1.   Βιολί - Λαγούτο

2.   Βιολί - Λαγούτο - Σαντούρι

 

Κομπανία 

·          Συγκρότημα της στεριανής Ελλάδας. Αποτελείται από κλαρίνο, βιολί, λαγούτο και ένα κρουστό (ντέφι, τουμπελέκι ή νταούλι). Μετά τη μικρασιατική καταστροφή το 1922 προστέθηκε και το σαντούρι.

 

1.     Κλαρίνο - Βιολί - Λαγούτο - Ντέφι

2.     Κλαρίνο - Βιολί - Λαγούτο - Νταούλι

3.     Κλαρίνο - Βιολί - Λαγούτο - Σαντούρι

 

 

 

 

 

5. Ταμπουράς

  • Τον όρο "ταμπουρά" χρησιμοποιεί από πολύ παλιά ο ελληνικός λαός για μια σειρά από χορδόφωνα όργανα με τα εξής χαρακτηριστικά : α) μικρό και αχλαδόσχημο ηχείο, β) μακρύ, λεπτό και ίσιο έως το τέλος χέρι, γ) με κινητούς ή σταθερούς μπερντέδες και κλειδιά (συνήθως σε σχήμα Τ) από τα πλάγια και από μπροστά προς τα πίσω, δ) χορδές που ακουμπούν σε κινητό καβαλάρη και δένονται σε ένα ή περισσότερα κουμπιά, στερεωμένα στο ηχείο, αμέσως μετά το καπάκι, ε) παίζονται με πλήκτρο (πένα).
  • Τέτοια όργανα ανιχνεύονται στον ελλαδικό χώρο ήδη από τους αρχαιοελληνικούς χρόνους, με την ονομασία πανδούρα ή τρίχορδον[7].
  • Πέρα από τη γενική ονομασία ταμπουράς, τα όργανα αυτά είναι γνωστά, ανάλογα με το μέγεθος, το κούρδισμα, τον αριθμό των χορδών, και με τις ακόλουθες ονομασίες : σάζι[8], μπουζούκι[9], μπαγλαμάς[10], μπουλγκαρί, καραντουζένι[11] κ.ά.
  • Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στα όργανα αυτά έχει ο καθεαυτό ταμπουράς, ένα λαουτοειδές με ημισφαιρικό ηχείο, μακρύ χέρι, που ξεπερνά το μέτρο και με τρεις διπλές χορδές με κινητούς μπερντέδες, με τον οποίο αποδίδεται τέλεια η παραδοσιακή μας μουσική (εκκλησιαστική και δημοτική).
  • Σήμερα, παίζονται περισσότερο το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς. Οι ονομασίες αυτές οφείλονται στη μακροχρόνια επικοινωνία των Ελλήνων με τους Τούρκους. Η πλατιά όμως διάδοσή τους στον ελλαδικό χώρο οφείλεται στους Έλληνες της Μ. Ασίας που ήρθαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922.
  • Όργανα του τύπου ταμπουρά έπαιζαν και οι αγωνιστές του ΄21, όπως μας πληροφορεί ο Νικόλαος Κασομούλης. Γνωστός ο ταμπουράς του στρατηγού Μακρυγιάννη, ν ποκρούων δεν εφώνως καί νδρικς μέ τόν έρα κενον το ληθινο παλληκαριο, που φυλάγεται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας.

Ο ταμπουράς συνόδευε άριστα το τραγούδι. Ήταν επίσης κατάλληλος για τη διδασκαλία της εκκλησιαστικής μουσικής, όπως γράφει στο Θεωρητικόν [12] του ο αρχιεπίσκοπος Δυρραχίου Χρύσανθος.

 

6. Ούτι

 

  • Το ούτι προέρχεται από το αραβικό al oud (ξύλο). Έχει μεγάλο αχλαδόσχημο ηχείο, κοντό και φαρδύ χέρι χωρίς μπερντέδες, κεφαλή που σχηματίζει σχεδόν ορθή γωνία με το χέρι και κλειδιά από τα πλάγια. Έχει συνήθως πέντε διπλές εντέρινες χορδές (unisono) και παίζεται με πλήκτρο.

 

Στην Ελλάδα, το συναντάμε σε περιορισμένη κλίμακα. Ούτι έπαιζαν αποκλειστικά οι Έλληνες της Μ. Ασίας και της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι και αγνοούσαν το ελληνικό λαούτο με το μακρύ χέρι. Μετά το 1922, το ούτι ήρθε και στην Ελλάδα, χωρίς όμως να εκτοπίσει το λαούτο, το κατεξοχήν ρυθμικό όργανο, τόσο της ζυγιάς, όσο και της κομπανίας.  

 

 

 

 

7. Λαούτο

 

  • Το λαούτο συνδυάζει στοιχεία από την αρχαιοελληνική πανδούρα (ταμπουράς) και το αραβικό ούτι (μεγάλο αχλαδόσχημο ηχείο). Παλιότερα λεγόταν και τυφλοσούρτης, γιατί, με το να κρατάει το ρυθμό, βοηθούσε το μελωδικό όργανο να παίζει σωστά ρυθμικά.  
  • Στην Ελλάδα, διαμορφώνεται γύρω στο 17ο αι. Έχει μεγάλο αχλαδόσχημο ηχείο και μακρύ χέρι με μπερντέδες (τάστα), σπασμένο επάνω προς τα πίσω. Έχει 4 διπλές μεταλλικές χορδές και παίζεται με πένα. Η πένα κρατιέται με τον αντίχειρα και το δείκτη και περνά ανάμεσα στο δείκτη και το μέσο.
  • Το μακρύ χέρι του οργάνου και οι μπερντέδες μαρτυρούν ότι το ελληνικό λαούτο ήταν παλιότερα και μελωδικό όργανο. Ζωντανή απόδειξη, οι παλιοί « πριμαδόροι » λαουτιέρηδες στην Κρήτη. Ο καλός πριμαδόρος έκανε το λαούτο βιολί. Με μεγάλη τεχνική στο αριστερό χέρι, έπαιζε μόνος του (χωρίς μελωδικό όργανο) σε μία χορδή ολόκληρες χορευτικές μελωδίες, ενώ ταυτόχρονα αυτοσυνοδεύονταν.
  • Σήμερα, είναι το κατεξοχήν όργανο ρυθμικής συνοδείας. Έτσι, συμμετέχει τόσο στη νησιώτικη ζυγιά, όσο και τη στεριανή κομπανία.

 

Ζυγιά

 

1.      Βιολί – Λαούτο

2.      Βιολί – Σαντούρι – Λαούτο

3.      Κρητική λύρα – Λαούτο

4.      Δωδεκανησιακή λύρα – Λαούτο – Ντέφι

 

Κομπανία

 

  1. Κλαρίνο - Βιολί - Λαγούτο - Ντέφι
  2. Κλαρίνο - Βιολί - Λαγούτο - Νταούλι
  3. Κλαρίνο - Βιολί - Λαγούτο - Σαντούρι

 

 

 


 ΧΟΡΔΟΦΩΝΑ (με πένες, με μπαγκέτες)

 

1. Κανονάκι

 

  • Το κανονάκι συνδέεται κυρίως με τους Έλληνες της Μ. Ασίας και της Θράκης. Στους Τούρκους και τους Άραβες και γενικά, στις χώρες με ισλαμική πολιτιστική παράδοση, είναι διαδεδομένο με το όνομα qanun ή qanoun, προφανώς από το ελληνικό κανών, από όπου και η ονομασία κανόνι ή κανονάκι.
  • Στην αρχαιότητα, το κανονάκι είναι γνωστό με το όνομα ψαλτήριο. Στους μεσαιωνικούς χρόνους ήταν γνωστό σε χώρες με ισλαμική παράδοση ως qanun ή qanoun[13], ενώ σε χώρες της Ευρώπης, με τις ονομασίες canon και psalterium.  Πότε ακριβώς η ονομασία qanun αντικατέστησε την ονομασία ψαλτήριο, δεν το ξέρουμε. Προφανώς, έγινε με την εξάπλωση του Ισλαμισμού και την επαφή των Αράβων και των Τούρκων με τους λαούς της Ευρώπης.
  • Το κανονάκι ή ψαλτήριο έχει σχήμα τραπεζίου, με τη δεξιά πλευρά κάθετη προς τη μεγάλη βάση και τις χορδές, κατά μήκος των δύο παράλληλων πλευρών του. Στην αριστερή του πλευρά, το κανονάκι έχει τα μανταλάκια, ένα είδος από κινητούς καβαλάρηδες, που με το ανέβασμα ή κατέβασμά τους, υψώνουν ή χαμηλώνουν το ύψος των φθόγγων (κατά ένα τέταρτο του τόνου).
  • Κρατιέται συνήθως πάνω στα πόδια του εκτελεστή. Κάποτε παιζόταν με τα δάχτυλα, τώρα όμως παίζεται με δυο πένες (πλήκτρα) ή αλλιώς νύχια που προσαρμόζονται σε μεταλλικές δαχτυλήθρες που φοριούνται στους δείκτες των δυο χεριών. Ο εκτελεστής με τα νύχια τσιμπάει με μεγαλύτερη ευκολία και σταθερότητα τις χορδές, οπότε έχει καλύτερο ήχο.
  • Έχει τη δυνατότητα να μεταβάλει τονικά ύψη με τη βοήθεια μικρών κινητών καβαλάρηδων (μανταλάκια).

 

Τριγωνικό Ψαλτήριο

Μ. Σταυρονικήτα Άγιο Όρος, 12ος αι.

[ΑΡΧΗ]

 

2. Σαντούρι

 

  • Το σαντούρι προέρχεται από το αραβοπερσικό santir ή sinter ή santur, ονομασίες που προέρχονται από την ελληνική λέξη ψαλτήριο[14].
  • Έχει σχήμα ισόσκελου τραπεζίου, μεταλλικές χορδές κατά μήκος των δύο παράλληλων πλευρών του[15] και παίζεται με δυο λεπτά ραβδάκια, τις μπαγκέτες, τυλιγμένα στις άκρες με βαμβάκι (άλλοτε με δέρμα).
  • Το σαντούρι παίζεται κρατημένο στα πόδια του εκτελεστή ή ακουμπισμένο πάνω σε ένα τραπέζι. Οι μπαγκέτες κρατιώνται με τη βοήθεια του αντίχειρα ανάμεσα στο δείκτη και το μέσο. Στο παίξιμο ο εκτελεστής χρησιμοποιεί κυρίως τον καρπό του, ο οποίος πρέπει να είναι χαλαρός και ελεύθερος, παρά τα δάχτυλα. Έτσι μόνο βγαίνει ωραίος ήχος.
  • Το σαντούρι διαδίδεται ευρέως στον ελλαδικό χώρο μετά τη Μικρασιατική καταστροφή το 1922 και την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923[16].
  • Χάρη στις ιδιαίτερες εκφραστικές του δυνατότητες, το σαντούρι έγινε πολύ γρήγορα ένα από τα απαραίτητα όργανα της κομπανίας, αλλά και της νησιώτικης ζυγιάς.

 

Κανονάκι – Σαντούρι

 

  • Το σαντούρι είναι μια παραλλαγή του ψαλτηρίου με σημαντικές όμως διαφορές. Στο κανονάκι, ο ήχος παράγεται με τσίμπημα των χορδών και όχι με μπαγκέτες.
  • Ο ήχος από το κανονάκι είναι αδύναμος, ενώ το χτύπημα των χορδών με τις μπαγκέτες στο σαντούρι παράγει δυνατό ήχο.
  • Στο σαντούρι (λόγω του προηγούμενου χαρακτηριστικού) είναι δυνατό να αποδοθεί μια μεγάλη ποικιλία ηχητικών αποχρώσεων, μελωδικών και ρυθμικών στολιδιών, κάτι που δε μπορεί να γίνει στο κανονάκι.
  • Στο κανονάκι, όσο γρήγορα κι αν επαναλαμβάνεται ένας φθόγγος, δεν δίνεται η εντύπωση της συνέχειας του ήχου, κάτι που συμβαίνει στο σαντούρι.

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

 

  1. Ανωγειανάκης Φοίβος, Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα, Μέλισσα, Β΄ έκδ., Αθήνα, 1991.
  2. Αφιέρωμα στη μουσική παράδοση της Ανατολικής Μεσογείου, Μεσογειακά Ηχοχρώματα – Έκθεση Μουσικών Οργάνων των χωρών της Μεσογείου, Συλλογή Γιάννη Καϊμάκη, Κέντρο Μεσογειακής Μουσικής Λαμίας, Ιανουάριος 2003.

3.      Βέτσος Βασίλειος, Taboo – ράδες, Ενδείξεις πολυπολιτισμικότητας στην αλληλεπιδραστική διαδικασία οργανοχρησίας – ονοματολογίας και θεωρητικών συστημάτων, ηλεκτρονική δημοσίευση.

4.      Έλληνες Οργανοποιοί, Το Blog για τους Έλληνες Οργανοποιούς Παλαιούς και Σύγχρονους.

5.      Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα, CD-ROM Φίλων της Μουσικής, 1996.

  1. Ελληνικά Μουσικά Όργανα, σειρά 15 CD ήχου : Λύρα, Σαντούρι, Φλογέρα, Κρουστά, Βιολί, Κανονάκι, Ούτι, Σάζι, Μπουζούκι-Τζουράς-Μπαγλαμάς, Λαούτο, Κλαρίνο, Γκάιντα-Τσαμπούνα-Ζουρνάς, Ζύριγξ, Μακεδονικός Ζουρνάς, Αρχαία Κιθάρα.
  2. Farmer H.G., Byzantine Musical Instruments in the 9th century, London, pp. 3-7.
  3. Θέμελης Δημήτριος, Η λύρα της Θράκης, Ανάτυπο από τα Πρακτικά του Γ΄ Συμποσίου Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη, 1979.
  4. Θέμελης Δημήτριος, Το Κανονάκι, 1975.
  5. Μιχαηλίδης Σόλων, Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1989.

 

 

 

 



[1] Bachmann W., The Origins of Bowing & the Development of Bowed Instruments up to the 13th century, London 1969, pp. 24-42. Αναφέρεται η Κ. Ασία (Σογδιανή, Χορασάν και Καζακστάν).

[2] Farmer H.G., Byzantine Musical Instruments in the 9th century, London, pp. 3-7.

[3] Σε λύρες παλαιού τύπου, οι χορδές ήταν πολύ κοντά η μια στην άλλη και δεν άφηναν τόπο στα δάχτυλα να χωρέσουν, οπότε η 2η και 3η χορδή παίζονταν πάντα ανοιχτές και την 1η ακουμπούσαν με το νύχι.

[4] Την περίοδο της Ενετοκρατίας, οι άρχοντες κυνηγούσαν με γεράκια, τα πόδια των οποίων φορούσαν τα γερακοκούδουνα. Οι Τούρκοι της Κρήτης ποτέ δεν κυνήγησαν με γεράκια. Άρα, μπήκαν στο δοξάρι της λύρας κατά τη βυζαντινή ή την ενετική περίοδο.

[5] Τρόποι παιξίματος : α) παίζεται η μελωδία στην υψηλότερη χορδή (δάχτυλα) και συνοδεύεται από τη δίπλα χαμηλότερη με ίσο (το δοξάρι τρίβει ταυτόχρονα και τη διπλανή χαμηλότερη χορδή), β) δάχτυλα και δοξάρι παίζουν σε δύο χορδές, γ) παίζεται η μελωδία στη χαμηλότερη χορδή (δάχτυλα) και συνοδεύεται από τη δίπλα υψηλότερη με ίσο (το δοξάρι τρίβει ταυτόχρονα και τη διπλανή υψηλότερη χορδή) : η πιο σπάνια περίπτωση.

[6] Οι λυράρηδες, επηρεασμένοι από το βιολί, προσθέτουν 4η χορδή στη λύρα τους και την κουρδίζουν όπως το βιολί (ανά πέμπτες). Στην Κρήτη παρέμεινε τρίχορδη, αλλά κουρδίζεται σε πέμπτες.

[7] Τρίχορδον δέ, περ σσύριοι πανδούραν νομάζουν, Πολυδεύκης Δ, 60. Πανδούρα ή πανδουρίς· όργανον μουσικόν, Ησύχιος πρβλ Αθήν. 183 F (Λεξικό Liddell-Scott). Σύμφωνα με το Sachs, η λέξη πανδούρα (pantura) προέρχεται από το σουμεριανό pan-tur= τόξο μικρό. Από το μουσικό όργανο μουσικό τόξο πιστεύει πως μπορεί να προέρχεται και η αρχαιοελληνική πανδούρα, ως όργανο και ως λέξη. Βλ. ενδεικτικά το ανάγλυφο της Μαντινείας του 4ου αι. π.Χ., τις τερακότες με παραστάσεις οργάνων του ίδιου τύπου και την παράσταση σε μωσαϊκό μιας πανδούρας που παίζεται με πένα (πλήκτρο) στο Παλάτι των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων. Έκτοτε, υπάρχουν πολλές εικονογραφικές και φιλολογικές μαρτυρίες του οργάνου.

[8] Μεγάλο μπουζούκι σε διάφορα μεγέθη, συνήθως με τρεις διπλές ή τριπλές χορδές και ποικίλο κούρντισμα.

[9] Έχει σκάφη με ντούγες και καπάκι με μεγάλη τρύπα για τον ήχο, χέρι σπασμένο προς τα πίσω, με κεφαλή και κλειδιά όπως του μαντολίνου και τάστα. Τρίχορδο ή τετράχορδο με μήκος 90 εκ. έως ενός μέτρου.

[10] Μικρό (40 – 60 εκ.) τρίχορδο μπουζούκι. Ακούγεται μια οκτάβα ψηλότερα.

[11] Ένα είδος μεγάλου μπαγλαμά.

[12] Από τα μελωδικά όργανα η πανδουρίς άρχεται ευκολωτέρα εις δίδαξιν, και σαφεστέρως γνωρίζονται επάνω εις αυτήν οι τόνοι, τα ημιτόνια, και απλώς κάθε διάστημα. Λέγεται δε και Πανδούρα και Φάνδουρος· καθ΄ημάς δε, Ταμπούρα ή Ταμπούρι.

[13] Θέμελης Δημήτριος, Το Κανονάκι, 1975, σ. 53. Είναι λοιπόν πολύ πιθανό οι Άραβες ερχόμενοι σε επαφή με τον αρχαίο κανόνα να τον εφάρμοσαν σε ένα όργανο τύπου ψαλτηρίου και να το βάπτισαν qanun. Έτσι, αν θεωρήσουμε την άποψη αυτή σωστή, η νεοελληνική λέξη κανόνι ως ονομασία μουσικού οργάνου, θα πρέπει να ανήκει στα λεγόμενα αντιδάνεια.

[14] Ψάλλω = αγγίζω, τραβώ με τα δάχτυλα. Στη μουσική ειδικότερα, ο όρος ψάλλω σήμαινε παίζω ένα χορδόφωνο όργανο με γυμνά δάχτυλα, δίχως πλήκτρο. Τα όργανα που παίζονταν απευθείας με τα δάχτυλα λέγονταν ψαλτικά και οι μουσικοί, ψάλται ή ψάλτριαι.

[15] Σε κάθε φθόγγο αντιστοιχούν 3 – 5 χορδές, κουρδισμένες unisono.

[16] Παιζόταν πολύ περιορισμένα και πριν το 1922 στην ηπειρωτική και νησιώτικη Ελλάδα. Ο Edward Daniel Clarke επισημαίνει το 1802 την παρουσία του λέγοντας πολύ λίγοι Έλληνες ξέρουν κάπως να παίζουν σαντούρι.